Με κυνηγούσε ένα πλήθος εξαγριωμένων ανθρώπων
ένιωθα την έξαψη τους να καίει την πλάτη μου
έτρεχα αλαφιασμένος κοιτάζοντας με αγωνία πίσω μου
κι όλο πλησίαζαν.
Ανάμεσα τους κάποιοι γνωστοί,κάποιες φίλες
ένα κουτσό σκυλί κι ένας μαυριδερός σαν οχιά με πόδια.
Σκόνταψα στο ρείθρο,παραλίγο να πέσω
κι έντρομος σκαρφάλωσα ένα μαντρότοιχο
έδωσα ένα σάλτο κι όπως τα πόδια μου ακούμπησαν στην γη...
Οι φωνές χάθηκαν
μόνο την καρδιά μου άκουγα να χτυπά σαν τρελή
και την ανάσα να βγαίνει σφυριχτή απ' τα στήθια μου...
πονούσα.
Μαύρο σκοτάδι τριγύρω
ανακάθισα και σκούπισα το ιδρωμένο, παγωμένο μου μέτωπο
κι όπως σκέπασα το κεφάλι με τα χέρια μου...
ξύπνησα στο άδειο δωμάτιο τρέμοντας
κι ο εφιάλτης της πραγματικότητας σάλεψε το μυαλό μου
Τυλιγμένος με κουρέλια,σ' ένα λερό δωμάτιο,χωρίς φως και νερό
που μου έδωσαν να περάσω την νύχτα.
Το πατρικό μου,το ζεστό μου δωμάτιο,οι γονείς,οι φίλοι,το κορίτσι μου
όλοι τόσο κοντά και τόσο μακρινά φευγάτοι.
Πονούσε το σώμα μου,κρύωνα και το μυαλό μου σάπιζε σ' ένα άδειο κεφάλι.
Τα δόντια μου χτυπούσαν από την πείνα και το κρύο...Αύγουστος μήνας κι έπεφτε χιόνι μέσα μου.
Σύρθηκα με κόπο στην πόρτα και βγήκα έξω.
Στο πεζοδρόμιο είχε μια νεραντζιά,έκοψα μερικά νεράντζια
Τα έστυψα,έριξα κι ένα ξεχασμένο φακελάκι ζάχαρη και ήπια...
ήπια και σα να γλύκανε λίγο το μέσα μου.
Άναψα μια πεταμένη γόπα κι απόμεινα με το κεφάλι στα γόνατα
Ήθελα να ξανακοιμηθώ,να δω τον ίδιο εφιάλτη
ήταν προτιμότερο από την πραγματικότητα γιατί
φοβόμουν μην πεθάνω και το δώ να συμβαίνει.
.jpg)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου